Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Ο Μπαράκ Ομπάμα και η σχέση του με τις τέχνες


Τον περασμένο Φεβρουάριο ο συντηρητικός αρθρογράφος των New York Times Ντέιβιντ Μπρουκς εξέπληξε τους αναγνώστες του αναφωνόντας από τη στήλη του «Μου λείπει ο Μπαράκ Ομπάμα», αναγνωρίζοντας ότι, παρότι δεν ήταν από τους υπέρμαχους των πολιτικών του απερχόμενου Προέδρου των ΗΠΑ, «πολλά από τα στοιχεία του χαρακτήρα και του τρόπου άσκησης εξουσίας τα οποία θεωρούσαμε δεδομένα, αγνοούνται ξαφνικά ή παρουσιάζουν σοβαρή έλλειψη».

Σήμερα, λίγες μόνο μέρες πριν την ορκωμοσία του νέου Προέδρου, και ενώ γράφονται πολλές αναλύσεις για την κληρονομιά της οκταετούς θητείας του Ομπάμα, αξίζει να σταθούμε στη σχέση του με τις Τέχνες, τον πολιτισμό και την ποπ κουλτούρα.

Τοκ σόου


Το 2009 λίγους μήνες μετά την ορκωμοσία του, ο Ομπάμα έγραψε ιστορία πηγαίνοντας ως καλεσμένος στην βραδινή εκπομπή του Τζέι Λένο, ως ο πρώτος εν ενεργεία Πρόεδρος που επισκέπτεται ένα νυχτερινό τοκ σόου. Στα οκτώ χρόνια της θητείας του βρέθηκε πολλές φορές στα πλατό τους για να παρουσιάσει κάποια πολιτική της κυβέρνησής του ή να υποστηρίξει κάποιο νομοσχέδιο. Αντιλήφθηκε νωρίς τη δυναμική αυτών των εκπομπών και την διείσδυση που έχουν στο νεανικό κυρίως κοινό· μια πρόσφατη έρευνα του ινστιτούτου Pew έδειξε ότι το 34% των Αμερικανών ηλικίας 18-29 ετών ενημερωνόταν για τους υποψηφίους κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας αποκλειστικά από αυτές τις εκπομπές. Γι’αυτό ο Ομπάμα επέλεξε να πυκνώσει τις εμφανίσεις του, επισκεπτόμενος όχι μόνο τους καθιερωμένους αστέρες του χώρου, αλλά και ανερχόμενους κωμικούς όπως η Σαμάνθα Μπι και ο Τζίμι Κίμελ. Στην εκπομπή του τελευταίου συμμετείχε και στην διάσημη ενότητα όπου ο καλεσμένος διαβάζει εχθρικά tweet που έχουν γραφτεί γι’αυτόν – απαντώντας και σε κάποια που του είχε απευθύνει ο Ντόναλντ Τραμπ. 

Μνημειώδεις όμως έχουν μείνει και οι εμφανίσεις του στις εκπομπές δύο κωμικών που δεν παρουσιάζουν παραδοσιακά τοκ σόου. Η πρώτη ήταν το 2014 όταν αντιμετώπισε με ψυχραιμία τις απρεπείς και άβολες ερωτήσεις του Ζακ Γαλιφιανάκη στην εκπομπή του “Between two Ferns” και η δεύτερη όταν βρέθηκε στο αυτοκίνητο του Τζέρι Σάινφελντ στην εκπομπή “Comedians in cars getting coffee”, όπου ξεκίνησε με τον Σάινφελντ να χτυπάει το τζάμι του παραθύρου του Οβάλ γραφείου. 

Μουσική 

Στα οκτώ χρόνια που η οικογένεια Ομπάμα κατοικεί στον Λευκό Οίκο έχουν παραθέσει συναυλίες οι διασημότεροι σύγχρονοι μουσικοί των ΗΠΑ. Εκείνη όμως που ξεχώρισε ήταν η εκδήλωση για τη μουσική και την ποίηση του 2009. Πριν ανεβούν στη σκηνή συγγραφείς όπως ο Μάικλ Σάμπον και η Έιλετ Γουάλντμαν, η ποιήτρια Μάιντα Ντελ Βαλ και η τζαζ μουσικός Εσπεράνζα Σπόλντινγκ, ο Ομπάμα δήλωσε ότι βρίσκονταν εκεί όχι μόνο για να απολαύσουν αυτούς τους καλλιτέχνες, αλλά και για να «καταδείξουν τη σημασία των Τεχνών στη ζωή και στο έθνος μας». Εκείνη τη βραδιά ο Λιν Μανουέλ Μιράντα παρουσίασε σε πρωτόλεια μορφή το εναρκτήριο κομμάτι του χιπ χοπ μιούζικαλ για τη ζωή του Αλεξάντερ Χάμιλτον. Τη στιγμή που ανακοίνωνε τι θα ερμήνευε το κοινό ξέσπασε σε γέλια – σήμερα το «Χάμιλτον» είναι εισπρακτικό και καλλιτεχνικό φαινόμενο στο Μπρόντγουεϊ. 

Βιβλία 

Εννιά χρόνια πριν την εκλογή του Ομπάμα, προβαλλόταν στην αμερικανική τηλεόραση ένα από τα καλύτερα επεισόδια της σειράς ”West Wing”, κατά το οποίο ο «τηλεοπτικός» Πρόεδρος των ΗΠΑ ψωνίζει βιβλία από ένα παλαιοβιβλιοπωλείο παραμονές Χριστουγέννων. Ο δημιουργός της σειράς, Άαρον Σόρκιν, είχε κατηγορηθεί από πολλούς για την εξιδανικευμένη εικόνα που είχαν οι ήρωές του, και ίσως δικαίως. Το West Wing μοιάζει με μια πολιτική φαντασίωση της φιλελεύθερης Αμερικής. 


Ο Ομπάμα όμως συνήθιζε να επισκέπτεται βιβλιοπωλεία μαζί με την οικογένειά του τουλάχιστον μια φορά το χρόνο, στο πλαίσιο του «Σαββάτου των μικρών επιχειρήσεων», και να αγοράζει πολλούς και ενδιαφέροντες τίτλους: από την «Αγνή» του Τζόναθαν Φράνζεν (εκδ. Ψυχογιός) και τον «Αστερισμό Ζωτικών Φαινομένων» του Άντονι Μάρα (εκδ. Ίκαρος) μέχρι το «Εμείς οι θνητοί» του Ατούλ Γκαουάτε (εκδ. ΠΕΚ). 

Με κάθε ευκαιρία τόνιζε τη σημασία που είχαν τα βιβλία στην διαπαιδαγώγισή του και εφάρμοσε πολιτικές που είχαν στόχο να αποκτήσουν όλοι οι μαθητές στις ΗΠΑ κάρτα στη τοπική τους βιβλιοθήκη. Αλλά και ο ίδιος αποφάσισε να συστηθεί στο ευρύ κοινό με το αυτοβιογραφικό «Εικόνες του πατέρα μου» (εκδ. Κ. Αδάμ) λίγο πριν ξεκινήσει την πολιτική του καριέρα το 1995, και αργότερα με το πολιτικό δοκίμιο «Τολμώ να ελπίζω» (εκδ. Πόλις), όπου ανέπτυξε τις θέσεις της υποψηφιότητάς του το 2006. 

Κατά τη διάρκεια της θητείας του ο Ομπάμα βράβευσε μια πλειάδα συγγραφέων από τον Φίλιπ Ροθ και την Ιζαμπέλ Αλιέντε μέχρι τον Στίβεν Κινγκ και τον Τομπάιας Γουλφ. Οι βραβεύσεις όμως, οσο χρήσιμες και απαραίτητες κι αν είναι, μετά από κάποια στιγμή δυστυχώς ξεχνιούνται. Αυτό που θα θυμόμαστε σίγουρα είναι η συζήτηση μεταξύ του Ομπάμα και της Μέριλιν Ρόμπινσον στο σπουδαίο λογοτεχνικό περιοδικό New York Review of Books. Εκεί, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ συζητά με τη σημαντική Αμερικανίδα συγγραφέα για τη δημοκρατία, τον Χριστιανισμό, την ζωή στις μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ και φυσικά για τη λογοτεχνία. Κάποια στιγμή, ο Ομπάμα παραδέχεται ότι τα πιο σημαντικά πράγματα τα έμαθε από μυθιστορήματα, και συνεχίζει λέγοντας: «Το μυθιστόρημα έχει να κάνει με την ενσυναίσθηση. Έχει να κάνει με το να αισθάνεσαι άνετα με την ιδέα ότι ο κόσμος είναι πολύπλοκος, γεμάτος γκρίζες ζώνες, και παρ’όλα αυτά υπάρχει αλήθεια εντός του, υπάρχει αλήθεια που πρέπει να βρεθεί κι εσύ είσαι υποχρεωμένος να αγωνιστείς γι’αυτήν, να εργαστείς γι’αυτήν. Να αισθάνεσαι άνετα με την ιδέα ότι είναι πιθανό να συνδεθείς με κάποιον άλλον, όσο διαφορετικός κι αν είναι από σένα.» (Μέριλιν Ρόμπινσον, Λάιλα, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Μεταίχμιο, σ.380).
  
Θα μας λείψει.


Δημοσιεύτηκε σε ελαφρώς μικρότερη εκδοχή στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 15.01.2017

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Ένα κορίτσι στη βαθιά Αμερική

Φίλιπ Ροθ
Τότε που ήταν καλό κορίτσι
μτφρ: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
εκδ. Πόλις, σελ. 464








Το 1969, αν κάποιος εντυπωσιασμένος από το «Σύνδρομο Πορτνόι», αναζητούσε το αμέσως προηγούμενο έργο του Φίλιπ Ροθ και έπαιρνε στα χέρια του το «Τότε που ήταν καλό κορίτσι», θα πίστευε ότι το έχει γράψει κάποιος άλλος. Σήμερα, 47 χρόνια μετά, το μυθιστόρημα αυτό ξεχωρίζει ως το μοναδικό βιβλίο του Ροθ στο οποίο πρωταγωνιστεί μία γυναίκα, ή μάλλον –για να είμαστε συνεπείς με τον τίτλο της ελληνικής έκδοσης– ένα κορίτσι.
Η Λούσι μεγάλωσε κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Υφεσης σε μια κωμόπολη των μεσοδυτικών ΗΠΑ με ό,τι αυτό συνεπάγεται: κλειστή κοινωνία, ανθρώπους που σχολιάζουν οτιδήποτε ξεφεύγει από την κανονικότητά τους, λίγες ευκατάστατες οικογένειες, πολλές χαμηλότερης τάξης, και το περίφημο «αμερικανικό όνειρο» αισθητά ψαλιδισμένο για τους περισσότερους.
Ομως, το μεγαλύτερο βάρος που φέρει είναι ο αλκοολικός πατέρας της, που όταν δεν βρίσκεται σε κάποιο μπαρ, απασχολείται σε μικροδουλειές χωρίς καμία σταθερότητα και εξασφάλιση, αλλά και η απαθής, άβουλη μητέρα της που υπομένει στωικά τη συμπεριφορά του συζύγου της ακόμη και όταν γίνεται βίαιος. Μαζί ζούνε στο πατρικό της μητέρας της, με τη γιαγιά που συνηθίζει να σχολιάζει αρνητικά οτιδήποτε κάνει η εγγονή της και τον υπερπροστατευτικό, φιλότιμο και εργατικό παππού που κάνει τα πάντα για να διατηρούνται οι εύθραυστες ισορροπίες στο σπίτι.
Σε αυτό το τοξικό περιβάλλον η Λούσι ξεχειλίζει από ένα βαθύ αίσθημα αδικίας. Θεωρώντας την απομάκρυνση του πατέρα της επιβεβλημένη, ύστερα από ένα βίαιο ξέσπασμά του καλεί την αστυνομία και τον συλλαμβάνουν. Πρόκειται για μια στιγμή καθοριστικής σημασίας, που αποκαλύπτει ανάγλυφα τον χαρακτήρα της και την ηθικότροπη ξεροκεφαλιά της που θα την ακολουθεί για όλη της τη ζωή. Εξοικειωμένη με τη μοναξιά της, επικεντρώνεται πλέον σε έναν και μόνο σκοπό: να φύγει, να σπουδάσει μακριά. Το «μακριά», βέβαια, είναι σχετικό· τα χρήματα που μαζεύει από τη νυχτερινή της δουλειά δεν της επιτρέπουν να πάει στο πανεπιστήμιο κάποιας μεγαλούπολης, οπότε καταλήγει στο κολέγιο θηλέων της γειτονικής πόλης.
Ανατροπές
Γρήγορα τα σχέδιά της ανατρέπονται. Η σχέση της με τον ελαφρόμυαλο Ρόι, ένα νεαρό που μόλις έχει τελειώσει τη στρατιωτική του θητεία, αποδεικνύεται καταλυτική. Μια εγκυμοσύνη τη στιγμή που εκείνη έχει αποφασίσει να χωρίσουν και η συνακόλουθη άρνηση του γιατρού να φέρει σε πέρας την έκτρωση, την οδηγούν να πιέσει τον Ρόι να παντρευτούν. Ωστόσο, η οικογένεια του Ρόι αντιδρά έντονα. Η φήμη της Λούσι και της οικογένειάς της προπορεύονται, καθιστώντας την ανεπιθύμητη. Το πείσμα της όμως για το δίκαιο υπερισχύει. Ο γάμος τελείται και αμέσως η Λούσι εισέρχεται σε ένα νέο σπιράλ αρνητικών γεγονότων.
Μαζί της ο αναγνώστης ακροβατεί ανάμεσα στην κατανόηση και την αντιπάθεια για την τραγική αυτή ηρωίδα, η οποία παλεύει να ξεφύγει από το αποπνικτικό περιβάλλον της πατρικής οικογένειας αλλά, από το πείσμα της, βρίσκεται ξανά εγκλωβισμένη σε ένα γάμο προβληματικό. Ο Ρόι δεν είναι αλκοολικός και μικροαπατεώνας όπως ο πατέρας της, αλλά αδυνατεί να δημιουργήσει αίσθημα ασφάλειας για την οικογένειά του. Τώρα πια η Λούσι δεν χρειάζεται να προστατεύει τη μητέρα της αλλά τον γιο της, και συχνά το κάνει το ίδιο άγαρμπα με εκείνη τη νύχτα που κάλεσε την αστυνομία για να συλλάβει τον πατέρα της.
Ο Ροθ χτίζει μεθοδικά το υπόστρωμα των ηρώων του και οι διάλογοι μεταξύ τους αποκαλύπτουν συνεχώς πτυχές του συντηρητισμού και της υποκρισίας που είναι εγκατεστημένοι στη βαθιά Αμερική. Πλησιάζοντας το φινάλε η μαεστρία της γραφής του φτάνει σε υψηλά επίπεδα και χαρίζει στο μυθιστόρημα μια ατμόσφαιρα γεμάτη ένταση που συναντά κανείς σε ένα page turner μυθιστόρημα μυστηρίου. Πράγμα αξιοθαύμαστο γιατί, ήδη από τις πρώτες σελίδες, γνωρίζουμε την τραγική κατάληξη της ηρωίδας και πλέον διαβάζουμε με την αγωνία επικεντρωμένη σε όσα απομένουν να της συμβούν. Εύσημα αξίζουν στη Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, γιατί ακολουθεί πιστά τις διακυμάνσεις της γλώσσας του Ροθ και τη μεταφέρει γλαφυρά στα ελληνικά.
Πολλοί ήταν εκείνοι που άσκησαν κριτική στον Ροθ από φεμινιστική σκοπιά λέγοντας ότι χειρίζεται με αντιπάθεια τη Λούσι. Κατά τη γνώμη μας, όμως, η χρήση μιας γυναίκας ηρωίδας παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του μυθιστορήματος και ασκεί διαυγέστερη κριτική στις –κατ’ όνομα– ηθικές αρχές της εποχής, γιατί φέρνει στην επιφάνεια με πιο δηκτικό τρόπο τις δυσκολίες που συναντούσε μια γυναίκα στον δρόμο προς την αυτοπραγμάτωση και την ελευθερία.
Ο ίδιος ο Ροθ απάντησε σε αυτές τις κατηγορίες: «Μην εξωραΐζετε την επίθεση αποκαλώντας την “φεμινιστική”, είναι απλώς μια ανόητη ανάγνωση. [...] (Η Λούσι) εξοργίζεται με ορισμένες πλευρές της μεσοαστικής αμερικανικής ζωής που ο νέος μαχητικός φεμινισμός θα ταύτιζε με τον εχθρό λίγα μόλις χρόνια μετά την εμφάνιση της Λούσι σε έντυπη μορφή – μάλιστα, η οργή της θα μπορούσε να θεωρηθεί πρώιμα φεμινιστική» (Διαβάζοντας τον εαυτό μου και άλλους, σ. 180-181, Πόλις, 2014).


Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 07.01.2017

Η «όγδοη ιστορία» του Χάρι Πότερ

ΤΖ. Κ. Ρόουλινγκ
Ο Χάρι Πότερ και το καταραμένο παιδί
μτφρ: Έφη Τσιρώνη
εκδ. Ψυχογιός, σελ. 416








Ο Χάρι Πότερ και τα βιβλία του έχουν φανατικούς θαυμαστές ανά τον κόσμο. Για κάποιους από εμάς έχει και συμβολικό χαρακτήρα, καθώς όσο διαβάζαμε τα βιβλία του είχαμε την ίδια ηλικία με τον πρωταγωνιστή και ενηλικιωθήκαμε μαζί του. Η δημοφιλία και η κινηματογραφική μεταφορά των περιπετειών του, τον καθιέρωσε ως φαινόμενο, κάνοντας τη δημιουργό του δισεκατομμυριούχο, όπως διαβάζουμε σε πρόσφατο δημοσίευμα των NY Times.

Φέτος, εννιά χρόνια μετά την κυκλοφορια του έβδομου και τελευταίου βιβλίου της σειράς, ήρθε η πολυπόθητη «όγδοη ιστορία». Δεν πρόκειται για ένα νέο μυθιστόρημα αλλά για την έκδοση του σεναρίου της θεατρικής παράστασης που ανεβαίνει στο Λονδίνο με τον ίδιο τίτλο, η οποία βασίζεται σε μία νέα ιστορία της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, του Τζον Τίφανι και του Τζακ Θορν. 

Η ιστορία ξεκινά  στο σημείο που είχαν τελειώσει τα βιβλία. Δεκαεννέα χρόνια μετά τη μεγάλη «Μάχη του Χόγκουαρτς» ο Χάρι Πότερ είναι παντρεμένος με τρία παιδιά και ο μικρός γιος του, Άλμπους, ετοιμάζεται να επιβιβαστεί στο τρένο που θα τον πάει για πρώτη φορά στο σχολείο για τους μικρούς μάγους. Παρότι τα χρόνια έχουν περάσει, τα επιτεύγματα του Χάρι Πότερ δεν έχουν ξεχαστεί και αυτό είναι κάτι που βαραίνει το μικρό γιο του. Γρήγορα ανακαλύπτουμε ότι δεν τα πάνε καθόλου καλά μεταξύ τους και βρίσκονται σε διαρκή κόντρα, η οποία εκκινείται από το συναίσθημα του Άλμπους ότι ποτέ δεν θα καταφέρει να εκπληρώσει τις προσδοκίες που έχουν όλοι από τον «γιο του Χάρι Πότερ», και από τον άτσαλο τρόπο που προσπαθεί να του εμφυσήσει σιγουριά ο πάτερας του.
  
Γρήγορα η προσοχή της ιστορίας στρέφεται στον Άλμπους και στην προσπάθειά του να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον και να συμφιλιωθεί με την ταυτότητά του. Συνάπτει στενή φιλία με τον γιο του Ντράκο Μαλφόι, άσπονδου εχθρού του Χάρι Πότερ από τα μαθητικά τους χρόνια, ο οποίος όμως δεν μοιάζει καθόλου στον πατέρα του, και μαζί μπαίνουν στην βασική περιπέτεια του βιβλίου, η οποία πραγματεύεται τις κακές συνέπειες που έχει η προσπάθειά τους να αλλάξουν το παρόν ταξιδεύοντας πίσω στο χρόνο. 

Το συγκεκριμένο θέμα έχει απασχολήσει την Ρόουλινγκ και στο τρίτο βιβλίο της σειράς, αλλά εδώ γίνεται με πρόχειρο και βιαστικό τρόπο. Οι περισσότεροι κανόνες του ταξιδιού στο χρόνο που είχε θέσει η δημιουργός του Χάρι Πότερ καταστρατηγούνται για να εξυπηρετηθεί η ιστορία. Επιστρέφουμε σε σημαντικές στιγμές που έχουν λάβει χώρα σε παλαιότερα βιβλία της σειράς, και –ποντάροντας στη συγκίνηση και τη νοσταλγία- συναντούμε ξανά παλιούς, αγαπημένους χαρακτήρες, χωρίς όμως να κερδίζει κάτι ουσιαστικό η πλοκή από αυτές τις συναντήσεις. 

Ενώ ο σαραντάρης Χάρι Πότερ είναι αρκετά πιστευτός χαρακτήρας, οι δύο φίλοι του –Ρον και Ερμιόνη- παρουσιάζονται σαν καρικατούρες των ηρώων που είχαμε συναντήσει στα βιβλία της σειράς. Παρότι και αυτό το βιβλίο διαβάζεται απνευστί, με κυρίαρχες θεματικές και διακυβεύματα όμοια με αυτά των προηγούμενων βιβλίων, καθώς και την ίδια αγωνία που προσφέρει κάθε περιπέτεια του Χάρι Πότερ, είναι διάχυτη η αίσθηση ότι κάτι λείπει. Ενώ υπάρχουν οι ανατροπές που θα κάνουν τον αναγνώστη να γυρίσει πιο έντονα την σελίδα, δεν συναντάμε τη μαεστρία της Ρόουλινγκ στην αφήγηση και στο προσεκτικό χτίσιμο της πλοκής και του χαρακτήρα των ηρώων της.

Τα συνεχή sold out στο Λονδίνο και το επικείμενο ανέβασμα της παράστασης στο Μπρόντγουεϊ δείχνουν ότι το κείμενο του βιβλίου λειτουργεί ως καλή πρώτη ύλη για μια εντυπωσιακή θεατρική παραγωγή. Ο χαρακτηρισμός του, ωστόσο, ως «η όγδοη ιστορία» εν τέλει το αδικεί για τις προσδοκίες και μόνο που δημιουργεί αυτή φράση σε φανατικούς –και μη– αναγνώστες.


Δημοσιεύτηκε σε ελαφρώς μικρότερη εκδοχή στην Καθημερινή, Τέχνες και Γράμματα, 24.12.2016